ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας Η-Θ-Ι-Κ

casino > φρουτάκια μεταφραση αγγλικα


κρόσσι το: νηματοειδής απόληξη του στημονιού της ύφανσης, ως διακοσμητικό τελείωμα χαλιών, υφασμάτων κτλ. : «Σφαλώ το σεντουκάκι μου, αφήνω κρόσσ’ απέξω.» (τα μάτια – Χίος). κρουνός cas kazino elliniko maketa ο: εκροή από ειδικό σωλήνα ή στόμιο με μεγάλη συνήθ. διάμετρο, η οποία επιτρέπει την ορμητική και σε μεγάλη ποσότητα διοχέτευση νερού.

  • Βερίκοκο - Apricot
  • Νεκταρίνι - Nectarine
  • Ροδάκινο - Peach
  • Δαμάσκηνο - Plum

: Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο < αρχ. κρούστα η: λεπτό στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια υγρού ή άλλου υλικού. Φύλλο για πίτες, ιδανικό για όλων των ειδών τις πίτες με ελαφρύ & ελαστικό φύλλο κρούστας που δουλεύεται εύκολα χωρίς να σπάει. Ξεχάσατε την κατσαρόλα σας στην φωτιά και το ψητό σας «έπιασε» αφήνοντας στον πάτο του σκεύους μία κρούστα μαύρη; Η αντίσταση έπιασε κρούστα και δεν πύρωνε μπροστά αλλα μονο πίσω < λατ. κρουσταλιάζω: παγώνω πολύ, γίνομαι κρύσταλλο από το κρύο, ψύχομαι. : Βοριάς εξύριζε τα πέλαγα, πάγωνε τ᾿ ακρογιάλια, κρουστάλλιαζε τα στοιβαγμένα χιόνια στα βουνά.

Δ – D

κριτσινάει το κρεβάτι, το (καλό) καρπούζι όταν κόβεται, το κλωνάρι όταν σπάει κ.α. Χρησιμοποιείται και με άλλες σημασίες, λ.χ. κριτσίνισα το αμάξι στα 200 χμ. (: πάτησα το γκάζι μέχρι τα 200 χμ. ανά ώρα), Ποιος σού κριτσίνισε (σου φόρτωσε, σου πούλησε) αυτό το σαράβαλο; Πού το κριτσίνισες αυτό; (πού το βρήκες, πώς βρέθηκε στα χέρια σου;) < πιθ.

Μέθοδοι Κατάθεσης και Ανάληψης για Έλληνες Παίκτες

κριτσίνισμα το: τρίξιμο, τριγμός, οξύς διαπεραστικός θόρυβος Βλ. & κριτσινώ. υπερφόρτωση, στα γεμάτα, πλήρως, μέχρι επάνω, σε αφθονία. Νικολ: κρέσκου και κρίσκου (kresku, krisku): αυξάνω, μεγαλώνω, ανατρέφω· αμεταβ: αυξάνομαι, μεγαλώνω. κριτσκάρω & κριτσκώνω: γεμίζω, πληρώ όσο γίνεται περισσότερο. : «Γενάρης με τα κρούσταλλα, Φλεβάρης με τα χιόνια.» < μσν. Τον σκότωσε κρούοντας: τον έσπασε στο ξύλο, τον έδειρε πολύ. : Κρασί μ᾿ σε πίνω για καλό και ᾿συ με κρους στον τοίχο. Λες και κρουν τα χιόνια: λες και βαρούν τα χιόνια, λες κι έχει κακοκαιρία, πολύ κρύο.

  • Καστανιά - Chestnut
  • Φιστίκι - Pistachio
  • Αμύγδαλο - Almond
  • Καρύδα - Walnut

: Πάλε τις φούχτες έκρουε ο Γιάννης ο Μπαρδέλιας ο βαρκάρης, πάλε μεθυσμένος ήταν, πάλε ούλα δικά του. : Μόνο με κάποιους γέροντες συχνιά ήπρασσε, ν᾿ ακούγει για κείνην οπού στην καρδιά με το σφυρί τού κρούγει.

Άδεια, ασφάλεια και αξιοπιστία για το Buran Casino Greece

: Ολίγον αργότερον, οι γυναίκες φορούσαν «τα κρέπια», τα οποία ακόμα και τώρα μερικές τα φορούν. Το κρέπι ήταν μαντίλι μεταξωτό, σκούρου χρώματος μαύρου, μπλε ή καφέ, με ταντέλλα μαύρη γύρω γύρω, που εδένετο σαν καπέλο < γαλλ. κρήνη η: βρύση, κτίσμα για τη συλλογή και τη διανομή του νερού μιας πηγής, ενός αγωγού κτλ.., με ένα ή με περισσότερους κρουνούς. Εκεί βρίσκονται τρεις κοινοτικές κρήνες και πλακόστρωτο καλντερίμι. : Πού πέταξε τ᾿ αγόρι μου / πού πήγε, πού μ᾿ αφήνει.

Αξιόπιστα Ξένα Καζίνο με Γρήγορες Αναλήψεις

/ Χωρίς πουλάκι το κλουβί / χωρίς νερό η κρήνη. : Σ᾿ όλες τις κρήνες σ᾿ όλες τις πηγές μια ιαχή θρυμματισμένη ξαναενώνεται < αρχ. : «Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης πέντε δέκα, να ιδείς το κοντοκρίθαρο πως στρίβει το μουστάκι, να ιδείς και τις αρχόντισσες πώς ψιλοκρησαρίζουν, να ιδείς και τη φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει.» < κρησάρα η: κόσκινο με πολύ λεπτό δίχτυ. κριάς το: το κρέας, η σάρκα των ζώων ως τροφή του ανθρώπου. : …μόν ίσα εδώ θα σου ριχτώ, και τρύπα μου τα στήθια / αν σ᾿ τόταξε ο θεός. : «Φταίει το γομάρι και κρουν το σαμάρι.», «Όπου πονεί το δόντι, εκεί κι η γλώσσα κρούει.» Δημ.: Έχω και τον χρυσόν αετό / τον χρυσοπλουμισμένο, / πάνω στην πέτρα κάθεται / και με τον ήλιο λέγει: / «Ήλιε μ᾿, δεν κρους τ᾿ αποταχύ, / μον᾿ κρους το μεσημέρι, / να ζεσταθούν τα νύχια μου / τα νυχοπόδαρά μου.» Εμάς ο ήλιος την αυγή σαν κρούει να πρωτοβλέπει, να μας ζηλεύουν οι αητοί, να μας ξυπνούν τ᾿ αηδόνια < αρχ. κρυάδα η: κρύο, ψύχος, χαμηλή θερμοκρασία· αποτυχημένο, ανόητο αστείο ή φράση· αίσθηση ρίγους. Το ρίγος είναι η αντίδραση του οργανισμού σε οποιοδήποτε ερέθισμα που τον κάνει να αυξήσει με απότομο τρόπο την άμυνά του. Οι κρυάδες που αισθανόμαστε όταν ανεβάζουμε πυρετό, όταν είμαστε κουρασμένοι, ακόμα και όταν έχουμε κόψει απότομα το κάπνισμα ή το φαγητό, είναι όλα ο τρόπος του οργανισμού να αντιμετωπίσει την επίθεση που νιώθει πως δέχεται από κάποιον παράγοντα που θεωρεί εχθρικό. Με τις κρυάδες μου με γνώρισες, έτσι έσπασε ο πάγος μεταξύ μας και μ’ αυτές μ’ ερωτεύτηκες. : «Ο νιός από τη λεβεντιά ψοφάει της κρυάδας.» Παπαγ. : Ο ψυχισμός του γραφιά είναι αλλόκοτος μπαξές! Ο πιο αποτυχημένος στιχοποιός, αντί να δεχτεί ότι γράφει κρυάδες και σούπες, μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή.

Ελληνικά Αγγλικά Προτεινόμενη χρήση Γεύση Κυρίαρχο χρώμα
Πορτοκάλι Orange Χυμός, smoothie Γλυκόξινη Πορτοκαλί
Μανταρίνι Tangerine Χυμός, φρέσκο Γλυκιά Πορτοκαλί
Καρπούζι Watermelon Φρέσκο, smoothie Γλυκό, δροσερό Κόκκινο/Πράσινο
Λεμόνι Lemon Χυμός, αρωματισμός Ξινή Κίτρινο

κρυαδιάζει: βάζει κρύο, κάνει ψυχρό, δροσερό καιρό.

Κοινή ελληνική ονομασία Αγγλική μετάφραση Εναλλακτική/Εμπορική ονομασία Σημειώσεις
Γκρέιπφρουτ Grapefruit Πομπέλος (κθαευσα) Υβρδιο ροαλιού & πωαώ
Μαρμελάδα Quince Κυδώνι πάνι ωό, μαμλδες
ι Lychee Litchi Εωι τραύ λοό
Φιστίκι Pistachio ιστκιά (ο καρπός) Ξηρός ας, αλλά θεωρι ούο

κρυολίνη η: η κρεολίνη, υγρό φάρμακο, σαν σιρόπι, το χρησιμοποιούσαν κι ως γιατρικό πάνω σε πληγές ζώων· έχει αντισηπτικές ιδιότητες, γι` αυτό και παλαιότερα τη χρησιμοποιούσαν για την απολύμανση κτιρίων, χώρων και πραγμάτων. Η κρεολίνη είναι ερυθροφαιό υγρό με ερεθιστική γεύση και χαρακτηριστική οσμή, που θυμίζει τη μυρωδιά του κατραμιού, από το οποίο προέρχεται. Κατάλληλο για νοσοκομεία, δημόσιους χώρους, κτηνοτροφεία κλπ. κρυψώνα η: μέρος που μπορεί να κρυφτεί κάποιος ή να κρύψει κάτι.

Τι Είναι τα Ξένα Καζίνο και Πώς Λειτουργούν

Μα δες να μου γλυτώσεις πρώτα / απ᾿ το χαλκό μου, που άχ! : …ψωμί και μοίρασεν ο Πάτροκλος σ᾿ ώρια πανέρια μέσα / το κρέας ωστόσο στο τραπέζι τους το μοίραζε ο Αχιλλέας (Όμηρος: Πάτροκλος μὲν σῖτον ἑλὼν ἐπένειμε τραπέζῃ / καλοῖς ἐν κανέοισιν, ἀτὰρ κρέα νεῖμεν Ἀχιλλεύς. : «Απ᾿ όξω κριάς, από μέσα πετζί.» (στομάχι κότας – Σάμος). : «Το φτηνό το κριάς το τρώνε τα σκυλιά», «Το κριάς με το κόκαλο πουλιέται.», «Η φλόγα ψένει το κριάς, το κάρβουνο το ψάρι.» αρχ. κριθαράκι το: είδος ζυμαρικού, του οποίου το σχήμα μοιάζει με τον κόκκο του κριθαριού· μτφ.

Κουλοχέρηδες (Slots) με Υψηλές Αποδόσεις

μικρό φλεγμονώδες εξόγκωμα στην άκρη του βλεφάρου. Βάζουμε στη γάστρα το κριθαράκι, τον μαϊντανό, τον σπιτικό ζωμό και το αλατοπίπερο < κριθάρ(ι) υποκορ. κριθαρότο το: φαγητό με κριθαράκι, μανέστρα, χωρίς ζωμό. Κριθαρότο με τοματίνια, λιαστή ντομάτα και φέτα. κρικέλλα η & κρικέλλι: ο κρίκος, ο χαλκάς, μεταλλικός συνήθ. Οι καλύτερες κρυψώνες για τα λεφτά σας. Δημιουργήστε εξαιρετικές κρυψώνες στο σπίτι για να έχετε το κεφάλι σας ήσυχο κάθε φορά που θα χρειαστεί να λείψετε. : Κι αύριο είναι πρωί – μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις κρυψώνες του ήλιου. ο τεμπέλης, υπερβολικά ευαίσθητος (που όλο κρυώνει;), καλομαθημένος, αργόσχολος. Τι χαλεύει [σ.σ.

Σμέουρα: ποια η διατροφική τους αξία;

κριτσμάς ο: το φαγοπότι, γλέντι που οργανώνεται με έξοδα του νοικοκύρη μετά την αποπεράτωση ενός έργου, όταν ολοκληρώνεται μια δουλειά, λ.χ. της κατασκευής σπιτιού ή άλλου οικοδομήματος. Στον κριτσμά συμμετείχε όλο το μπουλούκι των χτιστάδων. κροκάρι το: μικροί βολβοί, ο σπόρος του κρεμμυδιού, κρεμμύδι που μόλις σχηματίστηκε, μικρό κρεμμύδι, που χρησιμοποιείται ως σπόρος· κρεμμυδάκι για φύτεμα. : κουκαρίκι το: ο καρπός της οπώρας, κόκκος < υποκορ.

Live Casino Games με Έλληνες Ντίλερ

κρομμύδι το: κρεμμύδι, βολβώδες φυτό με κυλινδρικά φύλλα καθώς και ο αποξηραμένος συνήθ. βολβός του, που έχει γεύση και οσμή έντονη και καυστική και που τρώγεται είτε ωμός, ως συνοδευτικό σε σαλάτες, είτε μαγειρεμένος. Όμηρος: …χάλκειον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμυον ποτῷ ὄψον, / ἠδὲ μέλι χλωρόν, παρὰ δ᾽ ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν (κανίστρι χάλκινο, και μέσα του κρομμύδι για προσφάγι, / να πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι – Καζαντζάκ). : «Όλη η έγνοια μας κρομμύδι κι η αφαντασιά μας σκόρδο.», «Κόβει το νερό απ᾿ τα πράσα και το βάνει στα κρομμύδια.», «Των γερόντων τα παιχνίδια, όλο σκόρδα και κρομμύδια.» < μσν. κροντίλι το: παγωμένο ζωικό λίπος, έβγαινε καλούπι. θέλει, γυρεύει] ο κρυωνάκος; λέει ο ένας παππούς στον άλλο μην καταλαβαίνοντας. κταμένος ο: ταμένος, αποκλειστικός, αφοσιωμένος, αφιερωμένος στην υπηρεσία ενός σκοπού, στο Θεό ή σε κάποιον Άγιο. : Έφερα τη ζωή μου ως εδώ, πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο.

Σ – S

κυκλικής διατομής δακτύλιος, ο οποίος χρησιμεύει ως στοιχείο σύνδεσης ή ως στοιχείο ανάρτησης. : Ότι κρικέλλα δεν έχει η γης να την πάρη κανείς εις την πλάτη του, ούτε ο δυνατός, ούτε ο αδύνατος και όταν είναι ο καθείς αδύνατος εις ένα πράμα και μόνος του δεν μπορεί να πάρη το βάρος και παίρνει και τους άλλους και βοηθούν, τότε να μην φαντάζεται να λέγη ο αίτιος εγώ να λέγη εμείς. : …αγωγιάται, έχοντες δεμένον τον όνον των απ᾿ αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας < circellus < αρχ. κρίκος: δαχτυλίδι στον ιμάντα του στήθους των αλόγων, για να δένεται στον πάσσαλο (ἕστωρ) στο τέλος του ρυμού του αμαξιού, σε Ομήρ. : μικρές τρύπες στα πανιά, μέσω των οποίων διέρχονται και σύρονται τα σχοινιά.

Πώς να Αναγνωρίσετε Αξιόπιστα Ξένα Online Casino

κρίμα το: πράξη αξιόμεμπτη, κυρίως ως παράβαση θείας εντολής ή ηθικής επιταγής· αμαρτία, ατυχία ή αδικία. Δημ.: Η αγάπη μου εδιάβανε στην εκκλησιά πηγαίνει / -Κόρη μ᾿ σαν πας στην εκκλησία προσκυνά και για μένα / να σχωρεθούν τα κρίματα που ᾿χουμε καμωμένα. -Κι η μάνα τους τους έλεγε και η μάνα τους τους λέει: -Παιδί μ’, τι κρίμα έκανες κι είσαι κριματισμένος; Παρ. : «Άπλυτα και κρίματα γρήγορα μαζώνονται.», «Τα χρήματα και τα κρίματα δεν ξέρονται.» < Βλ. & κρίμας, χαλνώ, Γούμενος ο. : «Δα του βρει η κτσιά τ᾿ αρνί»: θα βρει η κουτσή (προβατίνα) το αρνί της. Σημαίνει θα βρεθεί τρόπος να γίνει κάτι, μια δυσκολία, ένα πρόβλημα ή ένα μειονέκτημα μπορούν να ξεπεραστούν < μσν. κιρατζιλίκι το: το επάγγελμα, η δουλειά του κιρατζή, μεταφορά εμπορευμάτων < Βλ.

Αλληλεπίδραση με φάρμακα

κρίμα, ως έκφραση λύπης, οίκτου, επίπληξης ή συμπάθειας. : – Τί κρύβεις τὸ τάλαντον, μοῦ ἔλεγε, βρὲ ἀδερφέ; Θὰ δώσῃς λόγο, νὰ τὸ ξέρῃς. Κρῖμας τὸ νάμι καὶ τὸ καμάρι, κρῖμας τοὺς κόπους καὶ τὰ ἔξοδα, κρῖμας! Δημ.: Μάνα μην κριματίζεσαι, μάνα μην παίρνεις κρίμα, εμένα ο γιος που μ΄ cas kazino me free spins αγαπάει λείπει μακριά στα ξένα < Βλ. & κρίμας.

Λευκή φράπα

κριό χαμπάρι: ντιπ χαμπάρι· λέγεται γι᾿ αυτόν που δεν καταλαβαίνει, δεν παίρνει είδηση. κρίταμο το: κρίθμον το παραθαλάσσιο (Crithmum maritimum) φυτό με σαρκώδη, λεία και επιμήκη φύλλα· από την αρχαιότητα θεωρήθηκε εξαιρετικό διεγερτικό για την όρεξη· φυτρώνει σε παραθαλάσσια και αμμουδερά μέρη. : Αφού έφαγαν εις μίαν ώραν όλην την κάππαριν και όλα τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, όσαι ήσαν φυτρωμέναι εκεί, έβλεπαν καλώς ότι, διά να ξαναβοσκήσουν, έπρεπε να περιμείνουν εβδομάδες ή μήνας τινας, εωσού ξαναφυτρώσουν πάλιν άλλη κάππαρις και άλλα κρίταμα < πιθ. κριτσινώ: παράγω τον οξύ ήχο κριτς, τρίζω, βγάζω τριγμούς. Λ.χ. & κιρατζής ο. κιρατζής ο: αγωγιάτης, οδηγός καραβανιού, μεταφορέας, αγωγιάτης, μουλαράς. Μάλιστα στα Πηλειορίτικα χάνια ήτο το αγαπημένο έδεσμα των αγωγιάτηδων, των κυριαζήδων· αρχικιρατζής: ο επικεφαλής, αρχηγός του καραβανιού· ήταν αρχικιρατζής, πριν φύγει από την Αβδέλλα, είχε οργώσει την Βαλκανική, έχοντας το κιρατζιλίκι ως επάγγελμα < κιρά: ναύλο, αραβιστί & από εκεί, τουρκιστί kiraci: ενοικιαστής, πραματευτής, εμπορευόμενος ή ιδιοκτήτης μέσων μεταφοράς (μουλάρια, κάρα κλπ.) που ανελάμβανε αγώγια σε μακρινές αποστάσεις με καραβάνια.