Θέμης Αδαμαντίδης: Και η νύχτα μυρίζει... φρουτάκια
πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: Έγινε πλούσιος ~ ~. μέσα σε μια στιγμή, στο άψε σβήσε. ): κατά τη διάρκεια της νύχτας: φυγή ~ ~., έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα: φωτίστηκε/φώτισαν πολύ το μέρος (σαν να ήταν μέρα): Έγινε ~ με τα πυροτεχνήματα.
- Με πολλές ποικιλίες: apple (Gala, Fuji), grape (green, red), plum, cherry
- Μικρά και για σνακ: grapes, cherries, strawberries, blueberries
- Που συχνά περνούν για λαχανικά: cucumber, zucchini, eggplant, pumpkin
- Συνθετικά ονόματα: blackberry (συσκευή και μούρο), pineapple (ανανάς), grapefruit (γκρέιπφρουτ)
Οι φωτοβολίδες έκαναν ~., έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα (προφ.) 1. κοιμάται τη μέρα και εργάζεται ή διασκεδάζει τη νύχτα. ): μέσα σε μια νύχτα, ξαφνικά., εν τω μέσω της νυκτός (λόγ.
| Ελληνική ονομασία | Αγγλική ονομασία | Προφορά (κατά προσέγγιση) | Σημείωση ορθογραφίας |
|---|---|---|---|
| Φράουλα | Strawberry | Στρώ-μπέ-ρι | Δεν σχετίζεται με το "straw" |
| Καρπούζι | Watermelon | Γουό-τερ-μέ-λον | Σύνθετη λέξη: water + melon |
| Ακτινίδιο | Kiwi(fruit) | Κί-ουι | Πήρε το όνομα από το πουλί της Νέας Ζηλανδίας |
| Μπανάνα | Banana | Μπα-να-να | Παρόμοια σε πολλές γλώσσες |
| Γκρέιπφρουτ | Grapefruit | Γκρέιπ-φρουτ | Σύνθετη λέξη: grape + fruit |
): κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα στη νύχτα: ληστεία ~ ~., η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη (παροιμ. ): για μη αναμενόμενη εξέλιξη σε χρονοβόρες παρασκηνιακές ενέργειες ανάδειξης προσώπων σε αξιώματα., θα φύγει/έφυγε νύχτα (αργκό): θα αποχωρήσει κακήν κακώς. σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ & το πρωί/το ξημέρωμα: νύχτωσε, βράδιασε· για δήλωση πολύωρης διάρκειας ή καθυστέρησης: Θα μας βρει/πάρει ~ μέχρι να φτάσουμε (: θα πέσει το σκοτάδι). δυσαρέσκειας) Μας πήρε ~ μέχρι να ετοιμαστεί (= βραδιάσαμε, νυχτώσαμε)!, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) (προφ.) 1. για να δηλωθεί η πλήρης άγνοια κάποιου σε έναν τομέα: Του ζήτησα βοήθεια, αλλά ~ ~! 2. για δήλωση απαισιοδοξίας: -Πώς πάνε τα πράγματα; -~ ~! 3. σε περιπτώσεις που επικρατεί το μαύρο χρώμα ή σκοτάδι. μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα., νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; (ειρων. ): προς κάποιον που αποδεικνύεται ανάξιος κάτοχος ενός διπλώματος, συνήθ. οδήγησης., ο κόσμος της νύχτας: άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης (π.χ. τραγουδιστές, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και οι εργαζόμενοι σε αυτά) ή/και ασχολούνται με παράνομες δραστηριότητες (π.χ. προστασία, εμπόριο ναρκωτικών): ο επικίνδυνος/σκληρός ~ ~.
Τελικές Σκέψεις
(μτφ.) περίοδος οπισθοδρόμησης, απαισιοδοξίας, θλίψης: η ~ της Κατοχής/του Μεσαίωνα. : Άγια cas kazino syroy pote anoigei Νύχτα: η νύχτα των Χριστουγέννων· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο χριστουγεννιάτικο τραγούδι., η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου: για περιπτώσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει χώρα ένα αποτρόπαιο, φρικαλέο ή συνταρακτικό συμβάν: Θα γίνει ~ ~! la nuit de la Saint Barthélémy] , λευκές νύχτες: που οφείλονται στο φαινόμενο του ήλιου του μεσονυχτίου, είναι ορατές στις περιοχές που βρίσκονται ελάχιστα εκτός των ορίων των αρκτικών κύκλων και χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη φωτός στον ουρανό, ακόμα και μετά τη δύση του ήλιου: οι ~ ~ της Αγίας Πετρούπολης., λευκή νύχτα 1. βράδυ αϋπνίας: ~ ~ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (: όταν τα μπαρ, τα μουσεία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες).2. Κυκλώματα που σχετίζονται με τον ~ο ~., όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί (παροιμ. ): όποιος κινείται σε ύποπτους χώρους ή εμπλέκεται σε επικίνδυνες υποθέσεις, υφίσταται τις συνέπειες., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ.
Τα «στημένα» παιχνίδια
Αυτό ~ έχω, δεν φτάνει; Όταν είσαι ήρεμος, τότε ~ μπορείς να αποφασίσεις σωστά. (απειλητ.) ~ να τον δω μπροστά μου, θα δει τι έχει να πάθει. 2. ανώτατο αριθμητικό όριο ή ελάχιστη ποσότητα ή ιδιότητα: Το ασανσέρ χωράει ~ τρία άτομα. 3.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν επισκεπτόταν συχνότερα δύο συγκεκριμένα πρακτορεία - Ελέγχεται όπως αποκάλυψε το ΘΕΜΑ για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης
αντίθεση ή εξαίρεση: Μπορείς να μείνεις, ~ φασαρία μην κάνεις. Καθάρισα όλο το σπίτι, ~ με τον κήπο δεν ασχολήθηκα (: εκτός από).4. (σε σχήμα λιτότητας) μετριασμό αρνητικής άποψης: ~ ευγενικός δεν ήταν (: κάθε άλλο παρά, καθόλου)/ωραίο δεν το λες. Δεν είναι ~ για να .. 5.
Έπαιρνε τα χαρτονομίσματα από τα κουτιά του Άλλου Ανθρώπου και τα κέρματα τα έδινε στους εθελοντές, υποστήριξε ο πρώην εθελοντής
προϋπόθεση, όρο: Πες ό,τι έχεις να πεις, ~ μη φωνάζεις. Μπορείτε να μπείτε στο μαγαζί ~ αν έχετε κλείσει τραπέζι. Να αργήσεις όσο θες, ~ (: αρκεί, φτάνει) να με ειδοποιήσεις/να μη με στήσεις. Η είσοδος επιτρέπεται ~ εφόσον έχετε σχετική άδεια. Η συσκευή λειτουργεί ~ όταν είναι στην πρίζα. βράδυ, η μέρα με τη νύχτα βλ. μέρα, η νύχτα των κρυστάλλων βλ.
- Με ξινή γεύση: lemon, lime, grapefruit, cranberry
- Για σαλάτες φρούτων: apple, pear, grapes, orange segments
- Πολύ μικρά μούρα: blueberry, blackberry, raspberry, currant
- Συχνά σε κονσέρβες: peach, pear, pineapple, fruit cocktail
κρύσταλλο, μέρα-νύχτα βλ. μέρα, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ.
Παιχνίδια καζίνο: πώς να επιλέξετε το καλύτερο
αν, μόνο αφού βλ. αφού, μόνο έτσι/έτσι μόνο βλ. έτσι, όχι μόνο ..., αλλά και βλ. όχι, παρά μόνο βλ. παρά, παρά μόνο αν βλ.
Τι είναι το αυτόματο παίξιμο / autoplay;
παρά [< αρχ. (θηλ.) & (λόγ.) νύκτα & (λαϊκό-λογοτ.) νυχτιά & (αρχαιοπρ.) νυξ {νυκτός, νυκτί} 1. η χρονική διάρκεια ανάμεσα στη δύση και την ανατολή του ήλιου, κατά την οποία επικρατεί σκοτάδι, επειδή στον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο δεν φτάνουν οι ηλιακές ακτίνες: βαθιά/έναστρη/ζεστή/κρύα/μαύρη ~. Η ~ (= το σκοτάδι) έπεσε/σκέπασε την πόλη. Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη (τη) ~.
Τι να γίνει αν δεν φορτώνει ένα παιχνίδι ή υπάρχει τεχνικό θέμα;
(ως επίρρ.) Σηκώνεται ~ (= ξημερώματα), για να πάει στη δουλειά. Το νομοσχέδιο πέρασε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά, για να αποφευχθούν αντιδράσεις). (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, οι ώρες του βραδινού ύπνου ή ό,τι γίνεται κατά τη διάρκειά του: μοιραία ~. Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη ~, έχω αϋπνίες. Μεγάλη ~ η χθεσινή (: συνέβησαν κρίσιμα, σημαντικά γεγονότα)! κάμωμα, χίλιες και μια νύχτες βλ. χίλιοι [< μεσν. οδικός, ή, ό [ὁδικός] ο-δι-κός επίθ. : που σχετίζεται με τους δρόμους και την κυκλοφορία οχημάτων: ~ός: κόμβος/τουρισμός/φωτισμός. ~ή: απόσταση/γέφυρα/διαδρομή/μετακίνηση/παιδεία (βλ. κυκλοφοριακή αγωγή)/σήμανση/σήραγγα/συμπεριφορά (αυτοκινήτου/μηχανής)/σύνδεση. : οδική βοήθεια & οδική προστασία/εξυπηρέτηση/κάλυψη: υπηρεσία που παρέχεται από εταιρεία σε εγγεγραμμένα μέλη σε περίπτωση βλάβης του οχήματός τους: δωρεάν/πλήρης ~ ~., οδικό δίκτυο: το σύνολο των δρόμων μιας περιοχής που σχηματίζουν ένα πλέγμα και ενώνουν τους οικισμούς της: αγροτικό/αστικό/εθνικό/επαρχιακό/πυκνό/τοπικό ~ ~. Αυξημένη είναι η κίνηση στο ~ ~ ..., οδικός άξονας: μεγάλο και εκτενές συγκοινωνιακό έργο που ενώνει οδικώς πόλεις και περιοχές: βασικός/εθνικός/κάθετος/κεντρικός ~ ~. ~ ~ παράκαμψης., Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδική αρτηρία βλ. αρτηρία, οδική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, οδική οργή βλ.
Οι πάροχοι slots online που ξεχωρίσαμε
Το προϊόν μπορεί να επιστραφεί ~ σε περίπτωση που είναι αλλοιωμένο. : απλώς/απλά και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο (εμφατ. ): για κανέναν άλλο λόγο ή σκοπό, τίποτα άλλο: Δεν θα τον προσλάβω ~ ~ επειδή είναι φίλος (ενν. Ήρθε ~ ~ για να περάσει την ώρα του! καταχρ.) Δεν τον ενδιαφέρει απλά και μόνο να κάνει ένα ρεκόρ.
3. Υπάρχει κάτι σαν «στρατηγική» στα φρουτάκια;
Εισάγει αποκλειστικά και μόνο βιολογικά προϊόντα., και μόνο: για ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό που αναφέρεται: Τρομάζω ~ ~ με την ιδέα/στη σκέψη ότι .. Από την έκφρασή του ~ ~ κατάλαβα ότι έλεγε ψέματα. Μ' αυτή ~ ~ μ' αυτή την κάρτα επιτρέπεται να μπεις μέσα. ~ ~ που τον είδα, εκνευρίστηκα., και όχι μόνο: για να υποδηλώσει ότι αυτό που μόλις αναφέρθηκε αφορά ή περιλαμβάνει και άλλους ή άλλα: για συλλέκτες ~ ~. Στην ιστοσελίδα θα βρείτε συνταγές μαγειρικής ~ ~., μόνο που (σύνδ.
Πώς ενεργοποιούνται τα μπόνους και τι είναι το wager;
): αλλά, όμως: Τον συμπαθώ, ~ ~ συχνά με εξοργίζει. Μοιάζουν πολύ, ~ ~ (: με τη διαφορά ότι) αυτός είναι λίγο πιο ψηλός., μόνο που δεν (+ αόρ.) (προφ. ): λίγο έλειψε να, παρά λίγο, σχεδόν: ~ ~ μας έβρισε/χτύπησε. (εμφατ.) Μόνο την αστυνομία (που) δεν μας έφεραν!, τόσος μόνο: πολύ μικρός ή λίγος: ~ο ~ μου αρκεί. ~οι ~ έμειναν στο τέλος., αν και μόνο αν βλ. οργή, οδικός χάρτης βλ. χάρτης [< γαλλ. ονομαστική[ὀνομαστική] ο-νο-μα-στι-κή ουσ. η πτώση στην οποία τίθενται το υποκείμενο, το κατηγορούμενο και οι ονοματικοί προσδιορισμοί σε μία πρόταση: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις με την οποία τα αντικείμενα του εξωτερικού περιβάλλοντος γίνονται αντιληπτά μέσω του φωτός που εκπέμπουν ή ανακλούν και το οποίο ενεργοποιεί τον αμφιβληστροειδή χιτώνα: (ΙΑΤΡ.) έγχρωμη/κεντρική/νυχτερινή/πανοραμική/περιφερική/στερεοσκοπική/υπέρυθρη ~.
- Που μοιάζουν με λαχανικά: tomato, avocado, bell pepper (τεχνικά φρούτα)
- Με γλυκιά και έντονη μυρωδιά: mango, pineapple, passion fruit, papaya
- Παραδοσιακά ελληνικά: fig, olive, grape, pomegranate
- Με μοναδική εμφάνιση: dragon fruit, star fruit, rambutan, durian
Αδύνατη/ελαττωματική/θαμπή/θολή/κοντινή/μακρινή/μειωμένη/μερική/οξεία/περιορισμένη/τυφλή/φυσιολογική/χαμηλή ~. Απώλεια/βοηθήματα/διαταραχές/έλλειψη/επιδείνωση/παθήσεις (πβ. Βελτίωση της ~ης και της οπτικής οξύτητας. Το μάτι είναι το όργανο της ~ης. (μτφ.) Η πνευματική ~ του νου (βλ. ενόραση). σε θρησκευτικά κείμενα:) Οράσεις (: οράματα) και αποκαλύψεις. κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής που ασχολείται με την υπολογιστική επεξεργασία εικόνων του φυσικού κόσμου: μηχανική/ψηφιακή ~.
| Φρούτο (ΕΛ) | Φρούτο (EN) | Κύρια περίοδος σεζόν | Ποικιλίες |
|---|---|---|---|
| Κεράσι | Cherry | Μάιος - Ιούλιος | Βισίνια, Βασιλική |
| Βερίκοκο | Apricot | Ιούνιος - Αύγουστος | Μπλέτ, Μπουλίντα |
| Ρόδι | Pomegranate | Σεπτέμβριος - Νοέμβριος | Wonderful, Acco |
| Καρπούζι | Watermelon | Ιούνιος - Αύγουστος | Σανγκμπό, Κριμσον Σουΐτ |
επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη δημιουργία μηχανών οι οποίες μπορούν να επεξεργάζονται πραγματικές εικόνες και να ανακτούν τις απαραίτητες πληροφορίες για την επίλυση ενός προβλήματος. computer vision] , διόφθαλμη όραση βλ. διόφθαλμος [< 1: αρχ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ορατών εξωτερικών χαρακτηριστικών, μορφή, εμφάνιση: εσωτερική ~.
Τι είναι τα τζάκποτ στα slots;
Αναπροσαρμογή/διαμόρφωση/μείωση/όρια/πάγωμα/περικοπή/πίνακας/συγκράτηση ~ών. : κοινωνικός/έμμεσος μισθός: το σύνολο των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που χορηγούνται ανεξάρτητα από τον μισθό του εργαζομένου (π.χ. ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση)., μικτός/ακαθάριστος μισθός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: μέσος/ωριαίος ~ ~. Αύξηση/φόρος ~ου ~ού., μισθός πείνας (προφ.
Τι είναι οι γραμμές πληρωμής;
): πάρα πολύ χαμηλός, που δεν εξασφαλίζει στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση., ονομαστικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. που συμπεριλαμβάνει και τις κρατήσεις: μηνιαίος ελάχιστος ~ ~., πραγματικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τις αποδοχές του, η αγοραστική δύναμη του μισθού. ): του αξίζει η ανταμοιβή, η επιβράβευση: Σε καλή μεριά! : εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές (αρχαιοπρ.-μτφ.
Τι είναι τα νομίσματα στα φρουτάκια;
): στην αιώνια, μετά θάνατον ζωή: Απεδήμησε/απήλθε/μετέβη/μετέστη/μετοίκησε/ταξίδεψε ~ ~ (= απεβίωσε). δηλώνει 1. αποκλειστικότητα ή περιορισμό: ~ για μέλη/παιδιά/σένα. ~ με χρήση αντιολισθητικών αλυσίδων γίνεται η κυκλοφορία των οχημάτων. ~ να κοιτάς, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο. Με τα έργα η γειτονιά άλλαξε ~ και εκμοντερνίστηκε. Κρέμα που δίνει λεία/ομοιόμορφη ~ στην επιδερμίδα. 2. εμφανής πλευρά, επιφάνεια: κύρια/μπροστινή (= κάτοψη)/πλαϊνή ~. Οι όροι του εισιτηρίου αναγράφονται στην οπίσθια ~ του. (μτφ.) οπτική γωνία, διάσταση: Η άγνωστη/αθέατη/κρυφή ~ των γεγονότων.
Η «ομοσπονδία» του παράνομου τζόγου
nuit blanche] , δοχείο νυκτός βλ. δοχείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ. : (μέσα) σε μια νύχτα: μέσα σε ένα βράδυ, δηλ. Όψεις της ιστορίας/της οικονομίας/του πολιτισμού. Προσπάθησε να δεις την καλή ~ των πραγμάτων. 4. έκφραση του προσώπου, ύφος: άγρια/αποκρουστική/γαλήνια/θλιβερή/θλιμμένη/κουρασμένη ~. (στην αισθητική οδοντιατρική) λεπτή επικάλυψη που συγκολλάται στην πρόσθια επιφάνεια δοντιού ή δοντιών με σκοπό τη διόρθωση του σχήματος ή/και τη λεύκανση: (ολο)κεραμικές όψεις.
